Notice: Trying to get property 'display_name' of non-object in /home/u143949093/domains/nonpaper.com.gr/public_html/wp-content/plugins/wordpress-seo/frontend/schema/class-schema-person.php on line 152

Notice: Trying to get property 'user_email' of non-object in /home/u143949093/domains/nonpaper.com.gr/public_html/wp-content/plugins/wordpress-seo/frontend/schema/class-schema-person.php on line 230

Notice: Trying to get property 'display_name' of non-object in /home/u143949093/domains/nonpaper.com.gr/public_html/wp-content/plugins/wordpress-seo/frontend/schema/class-schema-person.php on line 236
Connect with us

Κείμενα

Ο κοροναϊός αποκαλύπτει τις ρωγμές στην παγκοσμιοποίηση

Avatar

Published

on

Ο κοροναϊός αποκαλύπτει τις ρωγμές στην παγκοσμιοποίηση (Photo: ABC News)

Του Marshall Auerback*
Πηγή κειμένου: CounterPunch
Μετάφραση/Επιμέλεια: Σωτήρης Ζιώμας

Ο κοροναϊός στο τέλος θα περάσει, αλλά το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για το βλακωδώς αισιόδοξο φαινόμενο που είναι γνωστό ως «παγκοσμιοποίηση».

Αφαιρώντας τη ρομαντική ιδέα ενός παγκόσμιου χωριού, η βίαιη διαδικασία που έχουμε βιώσει τα τελευταία 40 χρόνια είναι μία υπόθεση επισκίασης των κυβερνητικών θεσμών από πολυεθνικές εταιρείες, που δρουν με σκοπό να μεγιστοποιήσουν το κέρδος υπέρ των μετόχων. Για δισεκατομμύρια ανθρώπους σαν εμάς, μοιάζει με μία διαδικασία λεηλασίας, του κοινωνικού μας πλούτου, και πολιτικής σημασίας. Κυβερνήσεις που ήθελαν να είναι στην κορυφή θα έπρεπε να μάθουν να ελέγχουν την πολιτισμική επιρροή, να μάθουν είναι ουσιαστικές σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, κυρίως δρώντας για να εξομαλύνουν τις συναλλαγές και διαφορετικά, να μην μπλέκονται στα πόδια κάποιου.

Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, τα έθνη-κράτη υποτίθεται ότι γίνονταν υπολείμματα. Στο βαθμό που χρειάζονταν, οι μικρές εθνικές κυβερνήσεις λέγεται ότι θα εξισώνονταν με την καλή κυβέρνηση. Αυτή η κούφια φιλοσοφία των βασικών ισχυρισμών εμφανίζεται τώρα έκθετη, όσο οι εφοδιαστικές αλυσίδες μαραζώνουν, και η βαθιά συσχέτιση της παγκόσμιας οικονομίας μας γίνεται φορέας μετάδοσης. Σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, Ντέιβιντ Γκούντχαρτ, «Δεν χρειαζόμαστε πια τη βοήθεια των ποντικιών ή των ψύλλων για να μεταδόσουμε την ασθένεια  μπορούμε να το κάνουμε μόνοι μας χάρη στις μαζικές διεθνείς μετακινήσεις και τις εφοδιαστικές αλυσίδες».

Βέβαια, υπήρξαν πολλά προειδοποιητικά σήματα που αμφισβήτησαν τις μέχρι τώρα αγαθές εικασίες μας σχετικά με την παγκοσμιοποίηση: η ασιατική οικονομική κρίση του 1997-1998 (κατά τη διάρκεια της οποίας οι οικονομίες των ασιατικών τίγρεων ξεκληρίστηκαν από απεριόριστες κερδοσκοπικές ροές κεφαλαίων), τα απέραντα τμήματα του βιομηχανικού κέντρου του Rust Belt («Ζώνης της Σκουριάς») που δημιουργήθηκαν από την εξωτερική ανάθεση σε κινεζική εξαγωγική χιονοστιβάδα, η συνακόλουθη αύξηση της οικονομικής ανισότητας και πτώσης της ποιότητας ζωής στις εκβιομηχανισμένες κοινωνίες, και φυσικά, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Ο βραβευμένος με Νόμπελ, Τζόζεφ Στίγκλιτς, περιέγραψε πολλές απ’ αυτές τις παθολογίες στο βιβλίο του «Η Παγκοσμιοποίηση και οι Δυσφορίες της», όπως έκανε και ο οικονομολόγος, Μπάρι Άιχενγκριν, που οδυρόταν πως «το έθνος κράτος έχει ουσιαστικά χάσει τον έλεγχο της τύχης του, ενδίδοντας σε ανώνυμες παγκόσμιες δυνάμεις». Και οι δύο επεσήμαναν ότι η παγκοσμιοποίηση έκοβε ένα βασικό κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στις εθνικές κυβερνήσεις και τους πολίτες τους που είχαν προηγουμένως πετύχει μία αυξανόμενη ευημερία για όλους.

Εκείνοι που θα ισχυρίζονταν ότι η αδιάλλακτη πορεία της παγκοσμιοποίησης δεν μπορεί να αντιστραφεί θα πρέπει να λάβουν υπόψη τον παραλληλισμό κατά τη διάρκεια των αρχών του 20ου αιώνα. Η παγκοσμιοποιημένη οικονομική δραστηριότητα και το ελεύθερο εμπόριο ήταν κυρίαρχα πριν την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου⸱ το 1914, το εμπόριο ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ ανήλθε στο 14%. Περιττό να αναφερθεί ότι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, και η Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση (η οποία μας έφερε τους δασμούς Σμουτ-Χόλεϋ) ανέτρεψαν αυτή την τάση. Ο Ψυχρός Πόλεμος διατήρησε την περιφερειοποίηση και διχοτόμησε τους εμπορικούς συνασπισμούς. Το τέλος του, και η ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (WTO), οδήγησαν σε ένα νέο υψηλότατο σημείο το παγκοσμιοποιημένο εμπόριο.

Αλλά ενώ είναι αλήθεια ότι οι ιοί δεν σέβονται εθνικά σύνορα, τίποτα δεν κατέστρεψε τις φιλοδοξίες της Νέας Παγκόσμιας Τάξης τόσο δραματικά όσο ο κοροναϊός, ένα πανδημικό πλέον παγκόσμιο εισαγώμενο προϊόν, μιας και οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν αποκοπεί, και η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα έχει οδηγηθεί σε μία απότομη διακοπή. Βλέπουμε ολοένα και περισσότερο το κενό πολιτικό περιεχόμενο στον πυρήνα υπερεθνικών οργανισμών όπως η ΕΕ, δομημένων περισσότερο να παρηγορούν συγχωνευμένες ομάδες επενδυτών παρά να ενισχύσουν τα δημόσια συστήματα υγείας.

Σχετικά με την Ευρώπη, ενώ ο κοροναϊός ξεκίνησε στην Κίνα, ο πιο μακροχρόνιος αντίκτυπός του μπορεί να είναι στην ΕΕ, μιας και έχει εκθέσει δραματικά τις θεσμικές δομές της δεύτερης. Πάρτε την Ιταλία ως το πιο ζωντανό παράδειγμα: η εξάπλωση του COVID-19 εκεί είναι ιδιαίτερα οξεία. Όντας ένας χρήστης του ευρώ (αντί να είναι ένας εκδότης του νομίσματος) η ιταλική εθνική κυβέρνηση ρισκάρει εκθέτοντας τον εαυτό της σε μία πιθανή εθνική χρεοκοπία (και τις διακυμάνσεις των ρευστών ιδιωτικών κεφαλαιαγορών) εάν απαντήσει με μία δυνατή δημοσιονομική αντίδραση, ελλείψει της θεσμικής υποστήριξης των Βρυξελλών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (που είναι ο αποκλειστικός εκδότης του ευρώ). Σύμφωνα με το MarketWatch, «η Ιταλία χρειάζεται ένα προληπτικό πακέτο διάσωσης 500 έως 700 δισεκατομμυρίων ευρώ (581 με 801 δισ. δολάρια) προκειμένου να βοηθήσει στο να καθησυχάσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές ότι η ιταλική κυβέρνηση και οι τράπεζες μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις της πληρωμής του χρέους καθώς η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση της χώρας γίνεται όλο και πιο τρομακτική».

Η τραγική περίπτωση της Ιταλίας (όπου ολόκληρη η χώρα έχει τεθεί αυτή την στιγμή σε πλήρη καραντίνα) παρέχει ένα ιδιαίτερα οδυνηρό παράδειγμα για το μεγάλο κενό στην καρδιά της ευρωζώνης. Δεν υπάρχει υπερεθνική δημοσιονομική αρχή, κι επομένως η ιταλική κυβέρνηση κατέληξε σε μεγάλο βαθμό να τα βγάλει πέρα μόνη της, όπως κάνει αυτή την στιγμή, για παράδειγμα, παρέχοντας εισοδηματική ανακούφιση αναστέλλοντας τις πληρωμές των δόσεων των στεγαστικών δανείων σε ολόκληρη τη χώρα. Να ένα τέλειο παράδειγμα όπου η στήριξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο ιταλικό τραπεζικό σύστημα θα βοηθούσε πολύ στο να μετριάσει οποιαδήποτε επακόλουθη οικονομική μόλυνση. Αλλά μέχρι στιγμής, όπως σημείωσε ο Βόλφγκανγκ Μούνχαου των Financial Times, η ΕΚΤ παραμένει σε λειτουργία «παρακολούθησης». Στην πραγματικότητα, η ευρωζώνη στο σύνολό της δεν έχει τους θεσμικούς μηχανισμούς να κινητοποιηθεί σε μαζική και συντεταγμένη κλίμακα, εν αντιθέσει με τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, και οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης παραμένουν ανίκανοι να συμφωνήσουν σε μία συντονισμένη πολιτική απάντηση.

Άλλες χώρες της ευρωζώνης μπορεί να μην είναι πια εφησυχασμένες σχετικά με την απειλή που έχει δημιουργηθεί από τον COVID-19, αλλά οι εθνικές τους κυβερνήσεις έχουν εστιάσει περισσότερο στην ανάγκη να συγκεντρώσουν τους δικούς τους φυσικούς πόρους ώστε να προστατεύσουν τους πληθυσμούς τους. Η Ιταλία παραμένει ιδιαίτερα επιρρεπής στα σημάδια αυτού του ιού, καθώς έχει έναν γηράσκων πληθυσμό, επομένως εάν ο κοροναϊός τρέξει ανεξέλεγκτα δια μέσου της χώρας, αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να συντρίψει ολόκληρο το νοσοκομειακό σύστημα του έθνους, όπως υποδηλώνει η περιγραφή ενός ιταλού γιατρού.

Η αλληλεγγύη της ΕΕ, η οποία παρουσιάζει ρωγμές σε θέματα που κυμαίνονται από την οικονομία μέχρι τη μετανάστευση, μοιάζει όλο και περισσότερο με κάθε χώρα να νοιάζεται για τον εαυτό της.

Οι υπέρμαχοι της ΕΕ μπορεί να αντιτείνουν ορθά ότι το σύστημα υγείας δημιουργήθηκε ως μία «εθνική επάρκεια» υπό τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αλλά πως να περιμένει κάποιος να πραγματοποιηθούν ικανώς εθνικές επάρκειες σε ένα οικονομικό συγκρότημα που στερείται τα εθνικά νομίσματα (η βασική μεταβλητή στο βαθμό υποστήριξης μιας απεριόριστης δημοσιονομικής δυνατότητας); Επιπλέον, το κακό της -επιβληθείσας εδώ και δεκαετίες από τις Βρυξέλλες- λιτότητας σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρκετά νοσοκομειακά κρεβάτια, υλικά και προσωπικό πουθενά στην Ευρώπη, πόσο μάλλον στην Ιταλία. Αυτό θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε μία προαναγγελία θανάτου για ένα ευρωπαϊκό σχέδιο βασισμένο στις προσδοκίες για μία «ακόμα πιο στενή ένωση».

Παρά την προφανή ανικανότητα της διακυβέρνησης Τραμπ, οι ΗΠΑ τουλάχιστον έχουν επί τόπου θεσμικούς μηχανισμούς μέσω των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών (CDC) και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Καταστάσεων Έκτακτης Ανάγκης (FEMA) προκειμένου να προστατεύσουν τους Αμερικανούς με σαφείς, αξιόπιστες οδηγίες που δεν έχουν πολιτικό αφήγημα. Όπως υποστήριξε πειστικά ο καθηγητής, Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ, η αμερικανική κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να «ιδρύσει μία Εταιρεία Χρηματοδότησης της Υγείας (Health Finance Corporation) κατά τα πρότυπα της Χρηματοδοτικής Εταιρείας Ανασυγκρότησης (Reconstruction Finance Corportaion) την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Όπως η RFC, που έχτισε εργοστάσια πυρομαχικών και νοσοκομεία κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και η HFC θα έπρεπε να είχε ευρείες δυνάμεις για να δημιουργεί δημόσιες επιχειρήσεις, να δανείζει σε ιδιωτικές εταιρείες (για να χρηματοδοτούν την αναγκαία παραγωγή), και να καλύπτει άλλα έξοδα έκτακτης ανάγκης. Ακόμα πιο γρήγορα, η Εθνοφυλακή θα μπορεί να αξιοποιηθεί προκειμένου να αντιμετωπίσει κρίσιμα θέματα εφοδιασμού και να ιδρύσει εγκαταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπως στρατιωτικά νοσοκομεία και κέντρα απομόνωσης». Διαφορετικά, ο Γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο «έχει ζητήσει να επεκταθεί το λεγόμενο πρόγραμμα Δανεισμού για τις Οικονομικές Καταστροφές, το οποίο επιτρέπει στη Διοίκηση Μικρών Επιχειρήσεων (SBA) να ξεκινούν να δανείζουν χρήματα απευθείας από το να ενθαρρύνουν απλά τις τράπεζες να το κάνουν», όπως έγραψε ο Ματ Στόλερ. Παρενθετικά, αυτό αντιπροσωπεύει ένα μακρύ διάλειμμα με ιστορικές πολιτικές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, το οποίο σε γενικές γραμμές έχει αποδεχθεί τις ριζωμένες αξιώσεις που είναι έμφυτες με την παγκοσμιοποίηση.

Και ενώ τα παραδοσιακά νομισματικά πολιτικά εργαλεία όπως οι μειώσεις των επιτοκίων είναι μετά βίας επαρκείς για να περιορίσουν ένα σοκ εφοδιασμού, ο Γκάλμπρεϊθ αναφέρεται ακόμη στην ικανότητα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ να προσφέρει έκτακτη οικονομική υποστήριξη προκειμένου να βοηθήσει τις αμερικανικές εταιρείες εν μέσω της έξαρσης του κοροναϊού, «αγοράζοντας ολόκληρη την ποσότητα του χρέους των νοσοκομείων και άλλων παρόχων υγείας, όπως επίσης και δουλεύοντας για την σταθεροποίηση των πιστωτικών αγορών, όπως έγινε το 2008-09». Ο Άντριου Μπέιλι της Τράπεζας της Αγγλίας έκανε παρόμοιες προτάσεις στη βρετανική κυβέρνηση.

Ακόμα και με τα μέτρα που προτείνονται από τους Γκάλμπρεϊθ, Μπέιλι και Ρούμπιο, στην ουσία ολες οι δυτικές οικονομίες, οι οποίες έχουν υποκύψει πλήρως στη λογική της παγκοσμιοποίησης, είναι τώρα ευάλωτες, όσο φθίνουν οι εφοδιαστικές αλυσίδες. Η Κίνα, το αποκορύφωμα αυτών των υπεράκτιων παραγωγικών εφοδιαστικών αλυσίδων, είναι σε κατάσταση τερματισμού λειτουργίας. Το ίδιο και η Νότια Κορέα και η Ιταλία. Χειρότερα, φαίνεται να υπάρχει μία ιδιαίτερη έλλειψη κατανόησης από πλευράς πολλών πολυεθνικών εταιρειών στο βαθμό αυτών των αλυσίδων εφοδιασμού. «Ο Πήτερ Γκουαραία, που ηγείται της εφοδιαστικής αλυσίδας στο Bain & Go, εκτίμησε ότι πάνω από το 60% των στελεχών δεν έχουν επίγνωση των αντικειμένων στην εφοδιαστική τους αλυσίδα πέρα από τις ομάδες πρώτης βαθμίδας», αναφέρουν οι Financial Times.

Μία «πρώτης βαθμίδας» εταιρεία προμηθεύει συστατικά απευθείας στον αρχικό κατασκευαστή εξοπλισμού (OEM) ο οποίος δημιουργεί μία παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού. Αλλά όπως γίνεται αυτή τη στιγμή όλο και πιο γνωστό, υπάρχουν δεύτερης βαθμίδας εταιρείες, που προμηθεύουν συστατικά ή υλικά στις εταιρείες αυτής της βαθμίδας. Όταν τα αγαθά είναι ευρέως διασκορπισμένα γεωγραφικά (αντί να είναι συγκεντρωμένα σε ένα τοπικό βιομηχανικό οικοσύστημα), είναι δυσκολότερο για τα στελέχη να έχουν πλήρη επίγνωση όλων των αντικειμένων στις αλυσίδες εφοδιασμού των σχετικών εταιρειών τους, επομένως οι ελλέιψεις αυτού του μοντέλου γίνονται μόνο εμφανείς, μέχρι την στιγμή που είναι πολύ αργά να επανορθωθούν.

Ειδικότερα στις ΗΠΑ, η μαζική μετανάστευση της βιομηχανίας έχει υπονομεύσει σημαντικά τις εγχώριες δυνατότητες που χρειάζονται για να μετατρέψουν τις εφευρέσεις σε ακριβά προϊόντα, καταστρέφοντας τη δυνατότητα της Αμερικής να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία σε πολλούς τομείς, πόσο μάλλον να συνεχίσει να παράγει προϊόντα. Η χώρα εξελίχθηκε από ένα έθνος βιομηχάνων σε ένα έθνος οικονομικών εισοδηματιών. Και τώρα το μοντέλο έχει εκθέσει τις ΗΠΑ σε ένα σοβαρό κίνδυνο σε καιρό εθνικής κρίσης, όπως εμφανίζεται πιθανώς ο κοροναϊός.

Δεν υπάρχει εθνικό πλεόνασμα που να είναι ενσωματωμένο στα τρέχοντα δίκτυα εφοδιασμού με τα πιο προβληματικά αποτελέσματα να είναι τώρα εμφανή στις φαρμακευτικές αγορές. Χώρες όπως η Κίνα ή η Ινδία έχουν αρχίσει να περιορίζουν βασικά συστατικά σημαντικών γενόσημων φαρμάκων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη δική τους εσωτερική κρίση στην υγεία. Αυτό έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει μία τεράστια κρίση, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ «εξαρτώνται από την Κίνα στο 80% των βασικών στοιχείων για να φτιάξουμε τα δικά μας γενόσημα φάρμακα», γράφει η Ρόζμαρι Γκίμπσον στον American Conservative. Σημειώνει επίσης ότι «τα γενόσημα φάρμακα είναι στο 90% των φαρμάκων που παίρνουν οι Αμερικανοί. Χιλιάδες από αυτά, τα οποία πωλούνται στα φαρμακεία της γειτονιάς, στα φαρμακεία των σουπερμάρκετ, και στα μεγάλα καταστήματα, περιέχουν συστατικά που κατασκευάζονται στην Κίνα». Οι περιορισμοί στην παραγωγή, επομένως, εντείνονται όσο περισσότερο η βιομηχανική διαδικασία που σχετίζεται με τα ίδια τα φάρμακα είναι παγκοσμιοποιημένη γεωγραφικά. Και ειδικότερα όσον αφορά τις βιομηχανίες υψηλής έντασης έρευνας, όπως οι φαρμακευτικές ή βιοτεχνολογίας, το κόστος της στενής ενσωμάτωσης της Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) με τη βιομηχανοποίηση είναι εξαιρετικά υψηλό, και οι κίνδυνοι διαχωρισμού τους είναι τεράστιοι.

Αυτά αποτελούν χωρίς αμφιβολία νέα προβλήματα. Αντιμετωπίζουμε πλήγματα από πλετράς προσφοράς που πηγάζουν από την ευπερ-παγκοσμιοποίηση εδώ και δεκαετίες, και η απάντηση των φορέων χάραξης πολιτικής της Δύσης βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό υπό τη μορφή των δημοσιονομικών ή νομισματικών καταπραϋντικών που σπάνια απευθύνονται στις βαθύτερες δομικές προκλήσεις που αυξάνονται από αυτές τις ελλείψεις. Αντιθέτως: οι δημοκρατικοί περιορισμοί στην παγκοσμιοποίηση έχουν χαρακτηριστεί ως αναποτελεσματικές τριβές που εμποδίζουν την επιλογή του καταναλωτή.

Προς το παρόν, θα πρέπει να αρχίζσουμε να μειώνουμε τις αδυναμίες των αλυσίδων εφοδιασμού μας χτίζοντας εντός των συστημάτων μας περισσότερα από αυτά που οι τεχνικοί αποκαλούν πλεόνασμα —διαφορετικούς τρόπους να κάνεις τα ίδια πράγματα— για να μετριάσουμε την υπερβολική εξάρτηση στους ξένους προμηθευτές για στρατηγικά σημαντικές βιομηχανίες. Χρειάζεται να επιστρατεύσουμε τις εθνικές πηγές με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτόν που κάνει μία χώρα σε περίοδο πολέμου ή κατά τη διάρκεια μιας μαζικής οικονομικής αναταραχής (όπως η Μεγάλη Ύφεση)— περιεκτικές κυβερνητικές δράσεις (που να συγκρούονται με τη σημερινή επικρατούσα και ολοένα και περισσότερο απαρχαιωμένη πολιτική και οικονομική θεολογία). Με άλλα λόγια, την αναβίωση μιας λογικής εθνικής βιομηχανικής πολιτικής.

Για να σώσουμε την παγκόσμια οικονομία, παραδόξως, χρειαζόμαστε λιγότερα από αυτό. Όχι μόνο θα πρέπει η ισορροπία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα να μετατοπιστεί υπέρ του δεύτερου, αλλά το ίδιο θα πρέπει να συμβεί με την πολυεθνική και εθνική μήτρα στην παραγωγή. Διαφορετικά, ο κοροναϊός θα αντιπροσωπεύει απλά έναν ακόμη όλεθρο σε μία αλυσίδα καταστροφών για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, παρά μία ευκαιρία να ξανασκεφτούμε ολόκληρο το δικό μας μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης.

* Ο Marshall Auerback είναι αναλυτής αγοράς και ερευνητικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Οικονομικών Levy στο Κολέγιο Μπαρντ.

Ελλάδα

Σεμινάρια της Πρεσβείας των ΗΠΑ για «υπεύθυνη δημοσιογραφία» και αποθέωση της κυβερνητικής πολιτικής

Avatar

Published

on

By

Την ώρα που η κυβέρνηση αποφασίζει να διαθέσει άλλα 9 εκατομμύρια ευρώ στα ΜΜΕ στο πλαίσιο της «εκστρατείας ενημέρωσης» για την πανδημία, διαμορφώνοντας πλέον τη συνολική δαπάνη στα 20 εκατομμύρια ευρώ, τα δημοσιογραφικά επιτελεία θα έχουν ένα λόγο παραπάνω να προβαίνουν σε διθυραμβικά σχόλια για τη διαχείριση της κρίσης από την ελληνική κυβέρνηση.

Όπως επισημαίνει σε πρόσφατο δημοσίευμά του ο «Ριζοσπάστης», η Πρεσβεία των ΗΠΑ οργάνωσε διαδικτυακό σεμινάριο για την εκπαίδευση των δημοσιογράφων με σκοπό την άσκηση «υπεύθυνης δημοσιογραφίας» που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την αποσιώπηση θεμάτων που ενοχλούν, την «εξύψωση του ηθικού» καθώς επίσης και την επιδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής.

Αναλυτικότερα το ρεπορτάζ αναφέρει:

Στις «προτεραιότητες» που επιβάλλεται να τηρούν οι δημοσιογράφοι αυτήν την περίοδο αναφέρθηκε ο Αμερικανός ειδικός σε θέματα επικοινωνίας και δημόσιας υγείας, Νταν Ρουτζ, μιλώντας τις προάλλες σε διαδικτυακό σεμινάριο, που οργανώθηκε με τη συμμετοχή της πρεσβείας των ΗΠΑ, με θέμα «Δημόσια επικοινωνία και ψηφιακή ανθεκτικότητα κατά τη διάρκεια πανδημίας».

Απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους και υπεύθυνους επικοινωνίας διαφόρων οργανισμών, τους προέτρεψε να ασκήσουν «υπεύθυνη δημοσιογραφία» και, μεταξύ άλλων, να φτιάξουν ένα «πάρκινγκ» με θέματα, τα οποία «μπορούν να αποσιωπηθούν με ασφάλεια για αργότερα που θα έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου». Ολως «τυχαίως», έφερε ως παράδειγμα τα θέματα που αφορούν τη λογοδοσία των υπευθύνων και των αρχών σχετικά με τη διαχείριση της πανδημίας! Ακόμα παραπέρα, ζήτησε από τους δημοσιογράφους να συμβάλουν στην «εξύψωση του ηθικού» και τους …ενθάρρυνε να αποθεώσουν την κυβερνητική πολιτική, λέγοντας ότι «οι ελληνικές αρχές πρέπει να επιδοκιμαστούν για τη διαχείριση της πανδημίας».

Τα σεμινάρια συνεχίζονται και τις επόμενες μέρες, προφανώς με τις ίδιες «λαμπρές» συμβουλές και υποδείξεις προς τα επιτελεία της ενημέρωσης στην Ελλάδα. Δεν ξέρουμε αν στο τέλος θα μοιραστούν και τίτλοι σπουδών… Μπορούμε όμως με βεβαιότητα να πούμε ότι στα θρανία κάθονται «οι πιο καλοί οι μαθητές», αν κρίνουμε από τον τρόπο που προβάλλεται η κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας, σε αντίθεση με το «θάψιμο» που τρώνε οι διαμαρτυρίες και οι πρωτοβουλίες διεκδίκησης των υγειονομικών και των άλλων εργαζομένων.

Continue Reading

Κείμενα

Πόσα χρήματα δίνουν οι ΗΠΑ στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και ποιος ο αντίκτυπος της διακοπής χρηματοδότησής του από τον Τραμπ;

Avatar

Published

on

By

Photo: NBC

Της Pien Huang*
Πηγή κειμένου: NPR
Μετάφραση/Επιμέλεια: Σωτήρης Ζιώμας

Ο πρόεδρος Τραμπ λέει ότι σταματά τη χρηματοδότηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας από τις ΗΠΑ για 60 με 90 ημέρες καθώς η κυβέρνησή του επανεξετάζει τους χειρισμούς της ομάδας στην επιδημία του κοροναϊού. Έκανε την ανακοίνωσή του στη συνέντευξη Τύπου την Τρίτη, λέγοντας ότι θέλει να αναστείλει τις συνδρομές των ΗΠΑ «καθώς διεξάγεται μια επανεξέταση προκειμένου να αξιολογηθεί ο ρόλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στην πολύ κακή διαχείριση και συγκάλυψη της εξάπλωσης του κοροναϊού».

Ο Τραμπ ανέφερε ότι ο ΠΟΥ καθυστέρησε να απαντήσει στην κρίση και πως ο οργανισμός είναι «κινεζο-κεντρικός».

«Λυπούμαστε για την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ», δήλωσε ο Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντχάνομ Γκεμπρεγέσους σε συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη. «Ο ΠΟΥ επανεξετάζει τον αντίκτυπο της δουλειάς μας από κάθε απόσυρση της χρηματοδότησης των ΗΠΑ, και θα εργαστεί με τους συνεργάτες μας προκειμένου να καλύψει κάθε οικονομικό κενό που αντιμετωπίζουμε και να εξασφαλίσουμε ότι η δουλειά μας συνεχίζεται αδιάκοπα».

Πόσα χρήματα συνεισφέρουν οι ΗΠΑ στον προϋπολογισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας; Και πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει το έργο του ΠΟΥ;


Ποια είναι η αποστολή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας;


Ο οργανισμός, που ιδρύθηκε το 1948, περιγράφει τον εαυτό ως «την κατευθυντήρια και συντονιστική αρχή στην παγκόσμια υγεία εντός του συστήματος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών». Συντονίζει δραστηριότητες και παρέχει καθοδήγηση για τα 194 κράτη μέλη του και τα δύο συνδεδεμένα μέλη του (Πουέρτο Ρίκο και Τοκελάου).

Οι δραστηριότητες κυμαίνονται από την προώθηση του εμβολίου κατά της πολιομυελίτιδας μέχρι την υποστήριξη της παιδικής διατροφής προκειμένου να διαδραματίσουν έναν ηγετικό ρόλο στην περίπτωση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης για την υγεία.

«Θα υπάρχουν οδηγίες για το είδος των απαραίτητων φαρμάκων που πρέπει να υπάρχουν, το είδος των απαραίτητων διαγνωστικών εξετάσεων που πρέπει να υπάρχουν, ποια μπορεί να είναι τα προγράμματα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν σε σχέση με τον ιό HIV σε διαφορετικές χώρες, λαμβάνοντας υπόψιν τους διαθέσιμους πόρους», λέει ο Ριφάτ Ατούν, καθηγητής παγκόσμιων συστημάτων υγείας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. «Οι χώρες δεν υποχρεώνονται νομικά να ακολουθήσουν αυτές τις οδηγίες, αλλά πολλές το πράττουν σε σχέση με τις επιδημίες».

Ο οργανισμός ανακήρυξε την έξαρση του κοροναϊού μια «έκτακτη ανάγκη διεθνούς ενδιαφέροντος για τη δημόσια υγεία» και έχει δώσει τεχνικές οδηγίες για τους εργαζόμενους στο χώρο της υγείας για το πώς να ενδιαφερθούν για τους ασθενείς του COVID-19 σε ιατρικό περιβάλλον και οδηγίες στον κόσμο για το πώς να προστατεύσει τον εαυτό του.


Πόσο μεγάλος είναι ο προϋπολογισμός του ΠΟΥ;


Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας λειτουργεί με ένα διετή κύκλο προϋπολογισμού. Για το 2020 και το 2021, ο προϋπολογισμός του για την εκτέλεση των προγραμμάτων του είναι 4,8 δισ. δολάρια, ή 2,4 δισ. δολάρια το χρόνο.

«Ο ΠΟΥ έχει έναν προϋπολογισμό κοντά στο μέγεθος ενός τεράστιου αμερικανικού νοσοκομείου. Είναι περίπου το ένα τέταρτο του προϋπολογισμού των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ», λέει ο Λόρενς Γκόστιν, καθηγητής νομικής στο Πανεπιστήμιο του Τζώρτζταουν και διευθυντής του Συνεργαζόμενου Κέντρου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για το Εθνικό και Διεθνές Υγειονομικό Δίκαιο, που είναι ένας ανεξάρτητος οργανισμός ο οποίος συνεργάζεται με τον ΠΟΥ.

(Ένα επιπλέον δισεκατομμύριο για αυτόν τον τρέχοντα κύκλο προϋπολογισμού συμπεριλαμβανόταν στις εκτιμήσεις προϋπολογισμού του ΠΟΥ το Μάιο του 2019 ως ένα μερίδιο για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης).


Από πού προέρχονται τα κεφάλαια;


Οι ετήσιες δωρεές από τα κράτη μέλη του αποτελούν το 51% του προϋπολογισμού του ΠΟΥ, σύμφωνα με ανακοίνωσή του από τον κύκλο προϋπολογισμού του 2018-2019.

Αυτές οι συνεισφορές κατηγοριοποιούνται σε δύο κατηγορίες: βεβαιώσεις τελών (δηλ. συνδρομές μελών) και εθελοντικές συνεισφορές.

«Τα βεβαιωμένα χρήματα είναι σαν επιχειρησιακή υποστήριξη», λέει η Τζένιφερ Κέιτς, διευθύντρια της παγκόσμιας πολιτικής για την υγεία και τον ιό HIV στο Ίδρυμα Οικογένειας Κάιζερ. «Ιδού λοιπόν τα χρήματα. Μπορείτε να καταλάβετε τι να κάνετε με αυτά».

Οι κορυφαίοι χρηματοδότες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για το περασμένο έτος (Photo: Stephanie Adeline/NPR)

Κάθε κράτος μέλος πληρώνει τέλη αξιολόγησης με βάση την περιουσία και τον πληθυσμό της χώρας.

Ακόμη, οι χώρες κάνουν επιπλέον εθελοντικές συνεισφορές, όπως κάνουν τα Ηνωμένα Έθνη, φιλανθρωπικά ιδρύματα και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Οι δωρητές συνηθώς προορίζουν αυτά τα λεφτά για συγκεκριμένους σκοπούς. Η μεγαλύτερη κατανομή από τις εθελοντικές συνεισφορές πηγαίνει στην πολιομυελίτιδα, που έχει προϋπολογισμό 863 εκ. δολαρίων για το 2020-2021. «Αυτό σημαίνει ότι ο οργανισμός καθοδηγείται κατά κύριο λόγο από πολλές εξωτερικές επιρροές των δωρητών όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να προϋπολογιστεί», λέει η Κέιτς.

Σταδιακά, λέει η Κέιτς, οι εθελοντικές συνεισφορές έχουν αρχίσει να κυριαρχούν στον προϋπολογισμό του ΠΟΥ.

Για τον προϋπολογισμό 2020-2021, 957 εκατομμύρια δολάρια προέρχονται από βεβαιώσεις τελών και 4,9 δισεκατομμύρια δολάρια πρόερχονται από εθελοντικές συνεισφορές.


Πόσα χρήματα συνεισφέρει η αμερικανική κυβέρνηση;


«ΟΙ ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος χορηγός ενιαίας κυβέρνησης στον κόσμο», λέει ο Γκόστιν, «επομένως ο ΠΟΥ βασίζεται πάρα πολύ στις συνεισφορές των ΗΠΑ».

Για το διετή κύκλο του 2018 και 2019, οι αμερικανικές συνεισφορές αντιστοιχούσαν περίπου στο 20% του συνολικού προϋπολογισμού του ΠΟΥ.

Τα χρήματα έρχονται σε δύο ροές. Η αμερικανική συνεισφορά στη δεξαμενή των βεβαιωμένων τελών είναι 237 εκατομμύρια δολάρια. Αυτό είναι το 22% των συνολικών τελών, το μεγαλύτερο ποσοστό από κάθε έθνος. Συγκρτικά, η Κίνα συνεισφέρει το 12% αυτής της δεξαμενής χρημάτων, και κάποιες χώρες με χαμηλό εισόδημα πληρώνουν το 0,1%.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν για περισσότερα από 656 εκ. δολάρια για συγκεκριμένα προγράμματα, σύμφωνα με την πύλη προϋπολογισμού προγράμματος του ΠΟΥ. Αυτές οι εθελοντικές συνεισφορές προορίζονταν για προγράμματα συμπεριλαμβανομένων της εξάλειψης της πολιομυελίτιδας, των υπηρεσιών υγείας και διατροφής, των ασθενειών που μπορούν να προληφθούν από εμβόλια, της φυματίωσης, του HIV — και για την πρόληψη και τον έλεγχο των εξάρσεων.

Τα 10 προγράμματα του ΠΟΥ που έλαβαν τα περισσότερα χρήματα από τις ΗΠΑ (Photo: Stephanie Adeline/NPR)

Στο πρόσφατο παρελθόν, οι ΗΠΑ έχουν δώσει επίσης τα περισσότερα χρήματα σε εθελοντικές συνεισφορές.

Αλλά από τις 31 Μαρτίου, οι ΗΠΑ είναι πίσω ως προς την αποπληρωμή των τελών. Αυτή την στιγμή χρωστάει 198,3 εκ. δολάρια σε συνδρομές μελών, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων οφειλών από προηγούμενους κύκλους, σύμφωνα με το αντίγραφο κίνησης τραπεζικού λογαριασμού του ΠΟΥ — μια λίστα με την κατάσταση πληρωμής κάθε χώρας.


Τι σημαίνει το πάγωμα της αμερικανικής χρηματοδότησης;


Δεν υπάρχει πλέον αξιόπιστη απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Στη συνέντευξη Τύπου, ο Τραμπ είπε ότι η επανεξέταση θα έπαιρνε 60 με 90 ημέρες και πως μια «πολύ εξονυχιστική έρευνα» βρίσκεται σε εξέλιξη. Ωστόσο, δεν έχουν δημοσιευθεί λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης της αναστολής χρηματοδότησης.

Και είναι ασαφές αν ο πρόεδρος έχει την εξουσιοδότηση να σταματήσει μονομερώς τη χρηματοδότηση για ένα διεθνή οργανισμό όπως ο ΠΟΥ.

«Εάν τα χρήματα έχουν ήδη δεσμευτεί και ήδη δοθεί, τότε είναι πιθανόν να μην μπορεί να τα πάρει», λέει ο Γκόστιν, αλλά ο πρόεδρος θα μπορούσε να παρακρατήσει εκκρεμείς οφειλές ή να δώσει εντολή σε οργανισμούς όπως ο Οργανισμός Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (USAID) να περιορίσει τη συνεργασία του με τον ΠΟΥ.

«Πολλά από τα εθελοντικά χρήματα παρέχονται στα επίπεδα οργανισμών», λέει η Κέιτς, οπότε είναι πιθανόν ο πρόεδρος να μπορούσε να απαιτήσει τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να σταματήσουν να παρέχουν χρήματα στον ΠΟΥ για εργασία έργου.

*Η Pien Huang είναι ανταποκρίτρια για θέματα παγκόσμιας υγείας στο NPR.

Continue Reading

Κείμενα

Οι γιατροί της Κούβας ήταν πάντα τόσο αλληλέγγυοι όσο δεν ήταν ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση

Avatar

Published

on

Του Σωτήρη Ζιώμα

Την ώρα που η πανδημία του κοροναϊού ξεσκεπάζει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο την αποτυχία του φιλελεύθερου καπιταλισμού να παράσχει δημόσια συστήματα υγείας που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο, αρκετά είναι τα δημοσιεύματα στον ελληνικό έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο που επιχειρούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις ανθρωπιστικές αποστολές των γιατρών της Κούβας στις χώρες του εξωτερικού.

Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των άρθρων είναι πως οι κουβανοί γιατροί δεν προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προς τους υπόλοιπους λαούς αφιλοκερδώς και με αίσθημα αλληλεγγύης, αλλά αναγκάζονται να εργάζονται ως «έμμισθοι σκλάβοι» του κράτους με σκοπό να παρουσιάσουν το «καλό πρόσωπο της χώρας» στο πλαίσιο της λεγόμενης «ιατρικής διπλωματίας» που είχε εισαγάγει στην Κούβα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Φιντέλ Κάστρο.

Κι ενώ μέσα στον ορυμαγδό των θεωριών συνωμοσίας που κατακλύζουν το διαδίκτυο θα περιμέναμε τέτοιου είδους αναλύσεις να προέρχονται από περιθωριακές φωνές που συνδέουν τον κοροναϊό με το δίκτυο 5G και τα εμβόλια με το θάνατο, παρατηρούμε πως οι έρευνες αυτές δεν προέρχονται από ιστοσελίδες που έχουν ως κύρια ενασχόλησή τους τη συνωμοσιολογία, αλλά από μέσα ενημέρωσης που έχουν χτίσει εδώ και χρόνια ένα σοβαρό και ποιοτικό προφίλ.

Την αρχή έκανε πριν από μερικές βδομάδες (28/3) ο δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης των Ελληνικών Hoaxes, Δημήτρης Αλικάκος, όταν σε ανάρτησή του στο Facebook χαρακτήριζε την εξαγωγή γιατρών από την Κούβα «εθνική μπίζνα», παραλληλίζοντάς τους χυδαία με «ενοικιαζόμενο προσωπικό». Μάλιστα, με μια μπόλικη δόση ειρωνείας και κυνισμού, ανέφερε πως η Κούβα στέλνει γιατρούς στη Βενεζουέλα προκειμένου να πληρωθεί «σε είδος», δηλαδή πετρέλαιο, αγνοώντας σκόπιμα το γεγονός ότι και οι δύο χώρες προσπαθούν να αναπτύξουν τους διεθνιστικούς δεσμούς τους επειδή βρίσκονται υπό καθεστώς αμερικανικού εμπάργκο.

Επιπλέον, για να ενισχύσει το αφήγημα πως «η κυβέρνηση της Κούβας παρακρατεί ένα μεγάλο μέρος του μισθού των γιατρών και των νοσηλευτών», ο κ. Αλικάκος δεν δίστασε να επικαλεστεί ως πηγή το «Bureau of Democracy, Human Rights, and Labor» («Γραφείο Δημοκρατίας, Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας») το οποίο πρόσκειται στο αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Στην ουσία δηλαδή, καταφερόταν εναντίον του θύματος, υιοθετώντας ως θέσφατο τους ισχυρισμούς του θύτη.

Και φυσικά, καμία αναφορά στις ανιδιοτελείς αποστολές κουβανών γιατρών από το 1998 στο πλαίσιο του «Ολοκληρωμένου Προγράμματος Υγείας» (Programa Integral de Salud) για τη Λατινική Αμερική, τις χώρες της Καραϊβικής και την Αφρική.

Την σκυτάλη στην αποδόμηση του ανθρωπιστικής βοήθειας των γιατρών της Κούβας πήρε λίγες μέρες αργότερα (7/4) η εφημερίδα «Καθημερινή». Στο ρεπορτάζ της Μαρίας Αθανασίου με τίτλο «Ήρωες ή μισθοφόροι;», όπου η δημοσιογράφος αναρωτιέται εάν η βοήθεια του «άγνωστου» κουβανικού «στρατού με τις λευκές ρόμπες» πρόκειται για «ανιδιοτελή ανθρωπιστική προσφορά, ιατρική διπλωματία ή επικερδείς μπίζνες με αντικείμενο τον ανθρώπινο πόνο», επαναλαμβάνεται -μεταξύ άλλων- η ίδια επιχειρηματολογία περί «νοικιαζόμενου προσωπικού» στη Βενεζουέλα με αντάλλαγμα βαρέλια πετρελαίου, ενώ γίνεται μνεία και στις δηλώσεις του προέδρου της Βραζιλίας, Ζαΐχ Μπολσονάρου, ο οποίος χαρακτήριζε τους 8.000 κουβανούς γιατρούς που εργάζονταν στη χώρα του «σκλάβους της Κούβας» που «θρέφουν την κουβανική δικτατορία» και αποδίδουν το 75% του μισθού τους στα κρατικά ταμεία του νησιού.

Την περασμένη Δευτέρα (13/4) όμως, κυκλοφόρησε και μια ακόμη έρευνα, αυτή τη φορά από την αξιόλογη ερευνητική ιστοσελίδα «Inside Story». Στο εκτενές άρθρο του Βασίλη Σταματίου με τίτλο «Πόσο φιλάνθρωποι είναι στην πραγματικότητα οι γιατροί της Κούβας;», επιχειρείται η πλήρης απομυθοποίηση της ανθρωπιστικής βοήθειας και ένδειξης αλληλεγγύης των γιατρών της Κούβας, κατά τα πρότυπα Αλικάκου, με την αιτιολογία πως «πρόκειται απλώς για μια εξαιρετικά επικερδή μπίζνα».

Μολονότι η έρευνα αποτελείται συνολικά περίπου από 3.000 λέξεις, ο αρθρογράφος θεώρησε μάλλον σωστό να αγνοήσει επιδεικτικά σημαντικές πτυχές του ζητήματος που θίγει. Έτσι λοιπόν, δεν αφιέρωσε ούτε μία γραμμή για το 55ετές εμπάργκο των ΗΠΑ εναντίον της Κούβας στα τρόφιμα και τα φάρμακα που επιβλήθηκε κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τις δραματικές επιπτώσεις του στην εξέλιξη της οικονομίας του νησιού, τις συνολικά 638 απόπειρες δολοφονίας του Φιντέλ Κάστρο από τη CIA, ή το γεγονός ότι παρά τον πολυετή εμπορικό και οικονομικό αποκλεισμό, το σύστημα υγείας της Κούβας συνιστά διεθνές πρότυπο, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Αντ’ αυτού, αναφέρει την Κούβα ως χώρα του «Τρίτου Κόσμου», μολονότι ο όρος αυτός σήμερα θεωρείται από την ακαδημαϊκή κοινότητα οπισθοδρομικός και ανακριβής που παραπέμπει σε αποικιοκρατικές αντιλήψεις, αφήνοντας αναπάντητους τους λόγους της «οικονομικής ανέχειας της χώρας».

Όσο κουραστικό κι αν ακούγεται, κάθε συζήτηση που αφορά την φτώχεια στην Κούβα θα πρέπει να ξεκινά και να τελειώνει με την αναφορά στο μισό αιώνα του παράνομου αμερικανικού εμπάργκο, κι αυτό γιατί πολύ απλά η πιο συχνή απάντηση που δίνεται από το σύνολο των δυτικών μέσων ενημέρωσης στο ερώτημα «Ποιος φταίει τελικά για τη φτώχεια στην Κούβα;», είναι ότι φταίει ο «σοσιαλισμός», θέση που προφανώς ενστερνίζεται και ο αρθρογράφος της έρευνας.

Θα μπορούσαμε να αναλύαμε για ώρες κάθε προβληματικό σημείο του κειμένου, όπως για παράδειγμα την παραπομπή του συντάκτη στην έκδοση «Americas Quarterly», η οποία κυκλοφορεί από την επιχειρηματική ένωση «Council of the Americas (AS/COA) που ίδρυσε το 1963 -κατ’ εντολή του Τζον Κένεντι- ο μεγαλοτραπεζίτης, Ντέιβιντ Ροκφέλερ, με σκοπό να πολεμήσει τον Φιντέλ Κάστρο, ή τη «σφοδρή κριτική» που είχε υποστεί από την αντιπολίτευση της Βενεζουέλας η συμφωνία Κούβας-Βενεζουέλας για την ανταλλαγή γιατρών με πετρέλαιο. Όμως, αφενός η πρώτη πηγή έχει κατηγορηθεί αρκετές φορές για μεροληψία υπέρ του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, και αφετέρου η αντιπολίτευση που παραθέτει ο αρθρογράφος δεν είναι άλλη από το «στρατόπεδο» του πραξικοπηματία Γκουαϊδό.

Τους τελευταίους μήνες, η Κούβα έχει στείλει περισσότερους από 900 γιατρούς και νοσηλευτές σε 17 χώρες του κόσμου προκειμένου να προσφέρουν την απαραίτητη βοήθεια στη μάχη κατά της πανδημίας του κοροναϊού μεταξύ αυτών η Ιταλία, η Ανδόρα, η Νικαράγουα, η Αϊτή, η Τζαμάικα κ.α.

Επομένως, στη συγκεκριμένη περίοδο που διανύουμε, η συντονισμένη προσπάθεια αποδόμησης της έμπρακτης αλληλεγγύης των γιατρών της Κούβας ως δήθεν «επικερδούς μπίζνας», την στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει απεμπολήσει και το τελευταίο ψήγμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, μάλλον κρύβει ιδεοληπτικές εμμονές απέναντι σε έναν περήφανο λαό που, παρά τις αντιξοότητες, στέκεται όρθιος στα πόδια του.

Continue Reading

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Trending

Copyright © 2020 Non Paper. All rights reserved.