Connect with us

Pop Culture

Δέκα ελληνικά πολιτικά χιπ χοπ κομμάτια που έγραψαν ιστορία

Non Paper

Published

on

Δέκα ελληνικά πολιτικά χιπ χοπ κομμάτια που έγραψαν ιστορία

Στην Ελλάδα, η χιπ χοπ κουλτούρα έχει τις ρίζες της στα τέλη της δεκαετίας του ’80 προς αρχές δεκαετίας του ’90. Συγκροτήματα όπως οι FF.C, οι Terror X Crew, οι Active Member με το low bap κίνημα αλλά και μεταγενέστερα μουσικά σχήματα όπως οι ΝΕΒΜΑ, η Βαβυλώνα και οι Στίχοιμα, έχουν χαράξει ανεξίτηλα το πέρασμά τους σε αυτό που ευρύτερα ονομάζουμε ελληνική χιπ χοπ σκηνή.

Στο παρόν αφιέρωμα, συγκεντρώσαμε δέκα από τα σημαντικότερα πολιτικά τραγούδια που έγραψαν τη δική τους ιστορία στο χώρο του ελληνικού χιπ χοπ.

Δέκα αντισυμβατικά τραγούδια κόντρα στο ρεύμα, με κριτική ματιά σε αυτά που για πολλούς φαντάζουν δεδομένα, και με στίχους τόσο επίκαιρους που μοιάζουν σαν να γράφτηκαν χθες.

FF.C – Παραμύθι

Το 1987, ιδρύθηκαν στο Βύρωνα οι FF.C ή αλλιώς Fortified Concept (Οχυρωμένη Αντίληψη), ένα από τα πρώτα συγκροτήματα που εμφανίστηκαν στην ελληνική χιπ χοπ σκηνή.

Ένα από τα καλύτερα (αν όχι το κορυφαίο) και πιο προφητικά κομμάτια τόσο των FF.C. όσο και γενικότερα της ραπ μουσικής, είναι το «Παραμύθι». Αποδομώντας όλα εκείνα τα αφηγήματα με τα οποία μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να γαλουχείται η ελληνική κοινωνία, το τραγούδι μιλά για χρεοκοπημένες ιδεολογίες, την παρακμή του hip hop και περιγράφει την ηθική κατάπτωση στην οποία εδώ και δεκαετίες έχει περιπέσει η χώρα.

Κυκλοφόρησε το 2004 στο άλμπουμ «Κλασσικά Ηχογραφημένα».

…Τώρα όλες οι πολιτικές παρατάξεις έχουνε γίνει ένα,
η εξουσία είναι γλυκιά κι ελκυστική για τον καθένα…

Active Member – Τι άλλο φοβάσαι

Πέντε χρόνια αργότερα, ιδρύθηκαν στο Πέραμα οι Active Member, οι πρωτεργάτες του «Low bap»⸱ ενός μουσικού κινήματος το οποίο διαφοροποιήθηκε από το υπόλοιπο χιπ χοπ στερέωμα που είχε αρχίσει σταδιακά να αποκτά τα εμπορικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής hip hop σκηνής.

Στο «Τι άλλο φοβάσαι», ένα τραγούδι που αποτελεί «γροθιά» στους φόβους του μέσου έλληνα μικροαστού, το συγκρότημα αλλάζει χίλια πρόσωπα και φτάνει ως τα πέρατα της οικουμένης για να ταυτιστεί με τον κάθε κατατρεγμένο αυτού του κόσμου.

Κυκλοφόρησε το 2005 στο άλμπουμ «Blah-Blasphemy».

…Γίνομαι τάφος αντάρτη στο Ιράκ και μοιρολόι στην Παλαιστίνη
τυφλός στη Βοσνία Ερζεγοβίνη
πεινασμένος ιθαγενής στο Μεξικό
χίλιες επεξηγήσεις για το φόβο σου στο λεξικό…

Terror X Crew – Ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει

Την ίδια χρονιά, στη Νέα Ιωνία, ιδρύθηκαν οι TXC ή αλλιώς Terror X Crew (Το Πλήρωμα του Τρόμου), το συγκρότημα που διαμόρφωσε τις βάσεις του σκληροπυρηνικού χιπ χοπ στην Ελλάδα και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά μεταγενέστερα σχήματα του χώρου.

Μολονότι δώδεκα χρόνια μετά, η στροφή τους από τον αντισυμβατικό/αντιεξουσιαστικό στον ελληνοκεντρικό/εθνικιστικό στίχο δίχασε το κοινό τους και σηματοδότησε τη διάλυσή τους, ο «Έλληνας που έχεις συνηθίσει» αποτέλεσε ένα εξίσου προφητικό κομμάτι που διαφοροποιούταν από το κυρίως ρεύμα, βάζοντας στο στόχαστρο κατά κύριο λόγο το στρατό, την αστυνομία και τις φοιτητικές παρατάξεις, και προειδοποιούσε τους ιθύνοντες πως πάντα θα «έχει ένα πρόβλημα για κάθε τους λύση».

Κυκλοφόρησε το 1997 στο άλμπουμ «Η Πόλις Εάλω».

…Μα τόσα χρόνια δεν καταφέρανε ν’ αλλάξουν τα μυαλά μου.
Δεξιοί κι αριστεροί τώρα χαθείτε από μπροστά μου…


ΝΕΒΜΑ – Ξεχασμένοι ήρωες στη χώρα της μιζέριας

Ένα από τα πρώτα συγκροτήματα της ελληνικής χιπ χοπ σκηνής που ιδρύθηκαν το 1994, υπήρξαν και οι ΝΕΒΜΑ.

Όπως όλα αρχικά τα τραγούδια τους, έτσι και το κομμάτι «Ξεχασμένοι ήρωες στη χώρα της μιζέριας» είχε στίχους με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, αντίθετους με τα καθώς πρέπει πρότυπα και το ρεύμα της εποχής που ήθελε τη χιπ χοπ να είναι ένα είδος «υποκουλτούρας» και τους εκπροσώπους της, «παρίες» της κοινωνίας.

Κυκλοφόρησε το 1997 στο άλμπουμ «Μακριά απ’ τη Γιορτή».

…Ειδικοί εξεταστές και με πείρα κριτικής
να βγάζουν την απόφαση δεν πρέπει ν’ ακουστείς
γιατί ξυπνάς λέει συνειδήσεις δεν είσαι πια σωστός
μείνε ανεγκέφαλος ή γελωτοποιός…




Βαβυλώνα – Η μεγάλη του έθνους σχολή

Το καλοκαίρι του 1997, ιδρύθηκε η Βαβυλώνα, ένα από τα θρυλικότερα χιπ χοπ/low-bap και rapcore συγκροτήματα από το οποίο πέρασαν συνολικά 19 μέλη. Ένα από αυτά, ο« Σάτυρος», αποτελούσε την «ενσάρκωση» των στίχων των Active Member.

Στο κομμάτι του «Η μεγάλη του έθνους σχολή», το συγκρότημα «τα βάζει» με τη σήψη της ελληνικής κοινωνίας και αυτό που αποκαλούμε επιγραμματικά «το σύστημα»: από το πολιτικό και θρησκευτικό μέχρι το κοινωνικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο.

Κυκλοφόρησε το 2001 στο άλμπουμ «Τα τέρατα παίζουν ακόμα».

Μπορείς να γίνεις ένας έγκυρος ρουφιάνος
ένας έξυπνος χάνος ή ένας πάμπλουτος ζητιάνος…


Βέβηλος – Το μίσος

Δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους ναζιστές της Χρυσής Αυγής, το μέλος των «Βαβυλώνα» και «Ομερτά» και γνωστός για τους πολιτικοποιημένους στίχους του, Θανάσης Κατσαντώνης («Βέβηλος») γράφει ένα τραγούδι για το μίσος.

Με τις ατσάλινες ρίμες του, ο Βέβηλος περιγράφει σύντομα και περιεκτικά το μίσος σε όλες του τις πολιτικές και κοινωνικές του εκφάνσεις, όπως αυτό εκφράστηκε τα τελευταία χρόνια από τους οπαδούς της εγκληματικής οργάνωσης, τονίζοντας πως «αν έβαζε ρεφρέν, θα το πήγαινε απ’ τον Μπενίτο ως την Λεπέν».

Κυκλοφόρησε το 2015 και συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ «Το Βιβλίο των Ηρώων του Δρόμου» που κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά.

…Είναι το μίσος παράξενα φτιαγμένο
αχόρταγο κομπλεξικό και ξυρισμένο
στοιβαγμένο σε φάλαγγες και σε πυρήνες
σε εθνόσημα, μαχαίρια και κρεατίνες…



Στίχοιμα – Εδώ Αθήνα

Το 1999, ιδρύθηκε ένα από τα πιο δημοφιλή εναλλακτικά και underground χιπ χοπ συγκροτήματα στην Ελλάδα, οι Στίχοιμα.

Το κομμάτι «Εδώ Αθήνα» περιγράφει αριστοτεχνικά την αθηναϊκή κοινωνία του σήμερα με «απαγορευμένους» στίχους που αντίκεινται σε όλους εκείνους που υποκριτικά επενδύουν στην ηθική, την πολιτική ορθότητα, τη σοβαροφάνεια και τον καθωσπρεπισμό.

Κυκλοφόρησε το 2012 στο άλμπουμ «Μηχανές».

…Αθήνα όλο αλλάζει και όλο ίδια μένει,
κι οι καθυστερημένοι νομίζουν πως φταίν’ οι ξένοι…



Ρόδες feat. Ενδελέχεια – Άλλη μια στατιστική 


Τρία χρόνια μετά, ιδρύθηκαν οι Ρόδες, ένα επίσης εναλλακτικό αλλά και rock, electronica, hip hop συγκρότημα.

Το τραγούδι «Άλλη μια στατιστική» σε συνεργασία με τη ροκ μπάντα, Ενδελέχεια, είναι ένα πολύ καλά ζυγισμένο κομμάτι με «ψαγμένους» στίχους το οποίο περιγράφει την πικρή αλήθεια του σημερινού Έλληνα που «βρίζει Αμερικανούς αλλά γουστάρει coca cola» καθώς και του μέσου έλληνα γονιού που «ξορκίζει» των παιδιών του «την αμορφωσιά» αλλά «για δώρο ούτε ένα βιβλίο δεν τους πήρε μια φορά». 

Κυκλοφόρησε το 2005 στο άλμπουμ «Στη γιορτή της φαντασίας».

…Βρίζεις Αμερικανούς μα γουστάρεις Καντάφι, Σαντάμ,
Βρίζεις Τούρκους μα γουστάρεις μπριάμ.
Βρίζεις Εβραίους, Αλβανούς και Bin Laden
μα γουστάρεις coca cola, φτηνά χέρια και Ταλιμπάν…



Social Waste – Φράουλες στη Μανωλάδα 

Το 1999, γεννήθηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης οι Social Waste, ένα συγκρότημα διαφορετικό από τα συνηθισμένα που «αγκαλιάστηκε» από διάφορα αυτόνομα και επαναστατικά κινήματα σε όλο τον κόσμο. Οι Social Waste έγιναν γνωστοί για τον αμιγώς πολιτικοποιημένο τους στίχο και τη μοναδική τους ικανότητα να «παντρεύουν» το χιπ χοπ με τα παραδοσιακά μουσικά όργανα, κάνοντας τα τραγούδια τους να διακρίνονται τόσο από ένα διάχυτο ριζοσπαστισμό όσο και από έναν συνεχή ρομαντισμό.

Το κομμάτι «Φράουλες στη Μανωλάδα» σατιρίζει με αιχμηρό στίχο τη δεύτερη μνημονιακή κυβέρνηση Σαμαρά αλλά και γενικότερα τα πολιτικά δρώμενα της τότε εποχής, συμπεριλαμβάνοντας τους αστυνομικούς, τα ΜΜΕ, τις εξορύξεις χρυσού στη Χαλκιδική και τον εργασιακό μεσαίωνα.

Κυκλοφόρησε το 2013 στο άλμπουμ «Στη Γιορτή της Ουτοπίας».

…Αφού σε σπρώξανε πρώτα στην ανεργία
Τώρα σου αλλάζουν τη δουλειά με τη δουλεία
Και θα δουλεύεις 6 και 7 ημέρες
Θα ‘ναι ίδιες οι Κυριακές με τις Δευτέρες…



Taburo Bota – Μιλάει και λέει

Για το τέλος, αφήσαμε ένα νέο συγκρότημα, τους Taburo Bota των οποίων η πρώτη δισκογραφική δουλειά έγινε το 2011.

Παρόλ’ αυτά, το «Μιλάει και λέει» θεωρείται για πολλούς ένα από τα κορυφαία χιπ χοπ κομμάτια αυτής της δεκαετίας. Τα στοιχεία της δυτικής μουσικής κουλτούρας σε συνδυασμό με τους παραδοσιακούς ήχους της Ηπείρου αλλά και τους βαθύτατα πολιτικοκοινωνικούς στίχους του τραγουδιού, δημιουργούν ένα «εκρηκτικό» μείγμα, ακατάλληλο για άτομα με στερεότυπα και προκαταλήψεις.

Κυκλοφόρησε το 2018 στο άλμπουμ «Σπίρτα σε Πυρομανή».

…Υπάρχει σύστημα να σε διαμορφώνει,
να σε αποβλακώνει και να σε αποστειρώνει,
να σε μαστουρώνει, να σε αποξενώνει, να σε μπριζώνει
να σε πηδά, να σε κερατώνει, να σε τελειώνει…

Pop Culture

«Κυρά Κατίνα»: Ένα τραγούδι-γροθιά στο ρατσισμό και την υποκρισία

Non Paper

Published

on

Εδώ και λίγες βδομάδες έχει κυκλοφορήσει ένα νέο τραγούδι που κάνει θραύση στα social media. Πρόκειται για το «Κυρά Κατίνα», ένα αμιγώς πολιτικό κομμάτι που πάει κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.

Το τραγούδι μιλά για ένα από τα ζητήματα που μονοπωλούν σήμερα το ενδιαφέρον της πολιτικής ατζέντας και κοινωνικής πραγματικότητας, το προσφυγικό.

Ο συνθέτης και στιχουργός του, Δημήτρης Μητσοτάκης (από τους Ενδελέχεια), σε συνεργασία με το εναλλακτικό θρακιώτικο συγκρότημα, Θραξ Πανκc, καυτηριάζει τον εκφασισμό της κοινωνίας, «τα βάζει» με το σύγχρονο πουριτανισμό και ξεσκεπάζει εύστοχα τον φαρισαϊσμό της μέσης θρησκευόμενης Ελληνίδας -την οποία συμβολίζει η «Κυρα Κατίνα»- που διακατέχεται από επιλεκτική ευαισθησία και «αγαπά αλλήλους», μόνο όταν εκείνοι τυγχάνει να έχουν την ίδια εθνικότητα ή να ασπάζονται την ίδια θρησκεία με αυτήν.

Η «Κυρά Κατίνα», ως ιδεατό πρόσωπο, αντικατοπτρίζει συνολικά τον νοικοκυραίο της διπλανής πόρτας και αποτελεί τη θηλυκή εκδοχή του «κυρ Παντελή» που είχε ενσαρκώσει μουσικά ο Πάνος Τζαβέλας. Μια εκδοχή που έκτοτε, εξελίχθηκε σε μία βαθύτατα αντιδραστική έννοια και κατέστη συνώνυμη του φιλάργυρου, του υποκριτή και του μισάνθρωπου.

Κυρά Κατίνα σπλαχνική που κάνεις το σταυρό σου
μόλις μπανίσεις εκκλησιά και λες στον διπλανό σου
γι’ αυτούς τους μαύρους κι άραχλους που βρόμισαν τη χώρα
και έχουν κλέψει τις δουλειές που να τους πνίξει μπόρα.
Κυρά Κατίνα σπλαχνική που βρίζεις κάθε ξένο
στη λαϊκή, στην αγορά, στο τρόλεϊ, στο τρένο
λησμόνησες τον μπάρμπα σου που σέρνονταν στις τρύπες
στου ορυχείου τις στοές, στων καραβιών τις πίπες.
Πού είναι τα καμάρια σου, ο Γιώργος κι η Μαρία;
Ο γιος σου πήγε Καναδά κι η κόρη Αυστραλία
και σου ‘ρχονται τα δάκρυα και σου χαλούν τη μάσκα
όταν σου λένε: “δεν θα ‘ρθω μανούλα μου, το Πάσχα”.
Κυρά Κατίνα σπλαχνική που ξέρεις κάθε άγιο
κάνε και μία προσευχή για ‘κείνο το ναυάγιο
που είχε μέσα το παιδί, τη μάνα, τον πατέρα
και μόλις έπιασαν στεριά τους έριξαν μια σφαίρα.
Κυρά Κατίνα μου πιστή που αγαπάς αλλήλους
και περιτριγυρίζεσαι απ΄ του Αδόλφου φίλους
το αίμα είν’ στα χέρια σου, τα λόγια σου πιστόλι
κανένανε δεν σκότωσες μα έχουν πεθάνει όλοι.
Πού είναι τα καμάρια σου, ο Γιάννης κι η Ελένη;
Στα ξένα βρωμοέλληνες και στην Ελλάδα ξένοι
κι αφού μιλάς με τον Θεό, για ‘κείνα προσευχήσου
γιατί στην άλλη τη φουρνιά θα ‘ναι και το παιδί σου.

Continue Reading

Pop Culture

5 τραγούδια «ωδή» στη βλασφημία

Non Paper

Published

on

5 τραγούδια «ωδή» στη βλασφημία

Κατά την ιουδαιοχριστιανική παράδοση, η απαγόρευση της βλασφημίας αποτελούσε συστατικό στοιχείο της πίστης και συνδεόταν αρχικά με την υποταγή στην κοσμική εξουσία: «Το Θεό δεν πρέπει να τον βλαστημάς, ούτε κανέναν άρχοντα του λαού σου να βρίζεις» (Έξοδος, 22, 27).

Όσο για την τιμωρία της βλασφημίας, αυτή έπρεπε να είναι αμείλικτη: «Αυτός που θα βλαστημήσει το όνομα του Κυρίου, πρέπει οπωσδήποτε να θανατωθεί· ολόκληρη η κοινότητα θα τον λιθοβολήσει» (Λευιτικόν, 24, 16).

Στο θέμα της βλασφημίας, την εβραϊκή παράδοση ακολούθησε όμως και ο Χριστιανισμός. Ενδεικτικά αναφέρουμε: «Όποιος πιστέψει και βαφτιστεί, θα σωθεί. Όποιος δεν πιστέψει θα καταδικαστεί». (Μαρκ. 16, 16). «Φύγετε από μπροστά μου καταραμένοι. Πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του» (Ματθ. 25, 41).

Στην Ελλάδα, το νομοθετικό πλαίσιο για τη δίωξη της βλασφημίας έχει τις ρίζες του στη δικτατορία του Μεταξά, η οποία μέσω ενός εκκλησιαστικού λόμπι, αντέγραψε το νομικό πολιτισμό του φασίστα Μουσολίνι.

Έπειτα λοιπόν από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η επαναφορά της διάταξης για τη βλασφημία στο νέο Ποινικό Κώδικα από τον υπ. Δικαιοσύνης, Κώστα Τσιάρα, ο οποίος μέσα σε ένα 24ωρο ανακοίνωσε άρον άρον την απόσυρσή της, ετοιμάσαμε μία λίστα με τα 5 πιο «βλάσφημα» τραγούδια που, υπό τις τωρινές συνθήκες, οι «εν δυνάμει» δημιουργοί τους ενδεχομένως να τιμωρούνταν με την ποινή φυλάκισης έως και 2 ετών για «κακόβουλη βλασφημία».

John Lennon  God

«Ο Θεός είναι μία έννοια, με την οποία μετράμε τον πόνο μας», μας τραγουδά στην μετά-Beatles εποχή ο Τζον Λένον. Το «God», μολονότι απορρίπτει σχεδόν κάθε θρησκευτικό ή μη κίνημα που επηρέασε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και οδήγησε ακόμη και στο θάνατο, δεν συνιστά τόσο μία ευθεία άρνηση συγκεκριμένων θεοτήτων και μορφών θρησκευτικής πίστης, όσο ολόκληρης της ιδέας οποιασδήποτε λατρείας.

Οι «αιρετικοί» στίχοι του Λένον σε συνδυασμό με τη δήλωσή του στην εφημερίδα «The Evening Standard» το Μάρτιο του 1966 ότι οι Beatles ήταν «πιο δημοφιλείς απ’ τον Ιησού», αποτέλεσαν την αιτία της δολοφονίας του την 8η Δεκεμβρίου 1980, όταν ο μέχρι πρότινος θαυμαστής του συγκροτήματος, Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν, τον πυροβόλησε πισώπλατα 5 φορές έξω από την κατοικία του στην Ντακότα, χαρακτηρίζοντας κυνικά την πράξη του «θέλημα Θεού».

Στο «God», ο Λένον καταλήγει λέγοντας πως η μοναδική του πίστη βρίσκεται μονάχα σε εκείνον και τη σύντροφό του, Γιόκο Όνο. Όμως, η μεγαλύτερη ίσως «ιεροσυλία» που διαπράττει στο τραγούδι το θρυλικό μέλος των «Σκαθαριών» δεν είναι το γεγονός ότι δεν πιστεύει στον Ιησού αλλά ότι τελικά δεν πιστεύει στους ίδιους τους Beatles.

Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1970 στο πρώτο solo άλμπουμ του με τίτλο «John Lennon/Plastic Ono Band».

I don’t believe in Bible
I don’t believe in tarot
I don’t believe in Hitler
I don’t believe in Jesus

The Damned – Anti-Pope

Την πλήρη απαξίωσή της στον Πάπα και εν γένει τη θρησκεία, εκφράζει η λονδρέζικη punk rock μπάντα, The Damned. Με μία έντονα περιπαιχτική διάθεση, ο τραγουδιστής του συγκροτήματος, Dave Vanian, αφού εξηγεί πως «επιστρέφει στην εκκλησία, όπως όταν ήταν 8 ετών, όχι για να προσευχηθεί αλλά για να κλέψει το δίσκο», τονίζει πως «μια συγκέντρωση πιστών τα σαββατοκύριακα δεν θα αλλάξει τη συμπεριφορά τους».

Το «Anti-Pope» αποτελεί ένα τραγούδι-καταγγελία του εμπορίου ελπίδας που πραγματοποιείται στις εκκλησίες και σατιρίζει τα κακώς κείμενα της Καθολικής Εκκλησίας, παρουσιάζοντας τους εφημέριους ως «τραβεστί με φετίχ στα σκοινιά και τις ρόμπες», ενώ σε ένα άλλο σημείο ο τραγουδιστής των The Damned υποστηρίζει ότι «η θρησκεία δεν σημαίνει τίποτα» γιατί «απλά είναι ένας άλλος τρόπος να είσαι δεξιός» («Religion doesn’t mean a thing/ it’s just another way of being right wing»).

Το κομμάτι κυκλοφόρησε το 1979 στο τρίτο τους άλμπουμ «Machine Gun Etiquette».

I’m going back to church tonight
Just like back when I was eight
But I don’t mean to pray
I’m going to nick a collection plate

Depeche Mode – Blasphemous Rumours

Ένα αμφιλεγόμενο τραγούδι που παραλίγο να απαγορευτεί από το BBC. Το «Blasphemous Rumours» αφηγείται δύο ιστορίες ενός 16χρονου κοριτσιού, που για πολλούς φαν αποδόθηκαν στην αυτοκτονία της αδελφής του τραγουδιστή των Depeche Mode, Μάρτιν Γκορ, παρά το γεγονός ότι το ιδρυτικό μέλος της μπάντας διέψευσε αυτές τις φήμες.

Μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας του κοριτσιού, την οδήγησε στο να στραφεί πνευματικά στον Ιησού Χριστό. Όμως δύο χρόνια αργότερα, το ίδιο κορίτσι, ενώ είχε όλη τη ζωή μπροστά του, βρήκε ένα φρικτό θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα. Για το συγκρότημα, αυτό δεν ήταν παρά μία τραγική ειρωνεία, την οποία ένας Θεός της αγάπης δεν θα επέτρεπε ποτέ να συμβεί.

Οι «λίστες των προσευχών», τις οποίες ο Μάρτιν Γκορ και ο Ντέιβ Γκάχαν παρακολούθησαν στις εκκλησιαστικές λειτουργίες, ήταν εκείνες που τους ενέπνευσαν να γράψουν αυτό το τραγούδι, με τα δύο μέλη των Depeche Mode να συμφωνούν πως επρόκειτο για μία «παράξενη» και «παράλογη» διαδικασία.

Το «Blasphemous Rumours» κυκλοφόρησε το 1984 στο τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο «Some Great Reward».

I don’t want to start any blasphemous rumours
But I think that God’s got a sick sense of humour
And when I die, I expect to find him laughing

XTC – Dear God

Ίσως το πιο ρομαντικά «βλάσφημο» τραγούδι της λίστας. Το κομμάτι ξεκινά με τη φωνή ενός αθώου μικρού παιδιού, το οποίο ελπίζει ο Θεός να έλαβε το γράμμα του. Μάλιστα, στην σαρκαστική επιστολή του, δεν προσεύχεται προκειμένου να μειωθεί η τιμή της μπύρας (!) αλλά για να γίνει αυτός ο κόσμος καλύτερος, χωρίς πείνα, φτώχεια και δυστυχία.

Έχοντας πια μεγαλώσει, και αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι προβληματισμοί του δεν εισακούσθησαν ποτέ, ο Άντι Πάτριτζ των XTC νιώθει σαν να ενοχλεί πλέον το Θεό με τις προσευχές του, αφού Εκείνος έχει μάλλον σημαντικότερα πράγματα να κάνει από το να αλλάξει την ανθρωπότητα που υποφέρει, ενώ παρακάτω δεν διστάζει να εκφράσει τη «βλασφημία» του λέγοντας σε έντονο ύφος πως «ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, είναι απλά μια ανίερη απάτη κάποιου».

Το «Dear God» κυκλοφόρησε το 1986, αρχικά ως single, και αργότερα συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ «Skylarking».

Dear God, sorry to disturb you but…
I feel that I should be heard loud and clear
We all need a big reduction in amount of tears

Nine Inch Nails – Heresy

Με τη νιτσεϊκή φράση «Ο Θεός πέθανε» («God is Dead») που ο γερμανός φιλόσοφος προαναγγέλλει ποιητικά στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (1884) και την αποδίδει ως φιλοσοφικό απόφθεγμα στο έργο του «O Αντίχριστος» (1888), το αμερικανικό industrial rock συγκρότημα προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν υπάρχει Θεός για να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά μας.

«Έκλεισε τα μάτια του γιατί φοβάται να δει», μας τραγουδούν στην αρχή του κομματιού «Heresy», υποστηρίζοντας ότι ακόμη κι ο ίδιος ο Θεός αποτελεί στην ουσία μια «αίρεση». Όπως ο Άντι Πάτριτζ των XTC, έτσι και ο Τρεντ Ρέζνορ των Nine Inch Nails, αδυνατεί να πιστέψει σε ένα Θεό που επιτρέπει να υπάρχει παγκόσμια αδικία και δεν μπορεί να ανεχθεί όλες τις κτηνωδίες που διαπράττονται στο όνομά του.

Το καλύτερο όμως, ο Ρέζνορ το αφήνει για το τέλος: «Αν υπάρχει κόλαση, θα σας δω εκεί», αναφέρει, ξεσκεπάζοντας με αυτό τον τρόπο την υποκρισία των πιστών που προσεύχονται και υποσχόμενος ότι στο τέλος θα τους δει στην κόλαση να καίγονται για τα ψέματά τους.

Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1994 στο δεύτερο στούντιο άλμπουμ τους, με τίτλο «The Downward Spiral».

His perfect kingdom of killing, suffering and pain
Demands devotion atrocities done in his name
God is dead and no one cares
If there is a hell I’ll see you there

(Με πληροφορίες από: Treble, Genius, Spin, Ιός, Μηχανή του Χρόνου)

Continue Reading

Pop Culture

Τζόκερ: Ο μανιακός δολοφόνος του νεοφιλελευθερισμού

Non Paper

Published

on

Joker: Ο μανιακός δολοφόνος του νεοφιλελευθερισμού

Η πολιτική επέστρεψε ξανά στις κινηματογραφικές αίθουσες. Σε μια εποχή όπου οι τύχες ολόκληρου του πλανήτη καθορίζονται από μία δράκα επικίνδυνων ηγετών που αψηφούν την κοινή λογική και προβάλλουν ως μονόδρομο την υποταγή των λαών στους κανόνες της αγοράς, το αριστούργημα του Τοντ Φίλιπς μας υπενθυμίζει πως στη Γκόθαμ Σίτι, ο πραγματικός κακός στις ιστορίες του Μπάτμαν δεν είναι ο ψυχοπαθής Τζόκερ αλλά το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα του καπιταλισμού, ο νεοφιλελευθερισμός.

Ο Τζόκερ, κατά κόσμον Άρθουρ Φλεκ, είναι ένας παιδικά κακοποιημένος και ψυχικά διαταραγμένος μεσήλικας που ζει μοναχικά με τη μητέρα του σε ένα φτωχικό διαμέρισμα και εργάζεται περιστασιακά ως κλόουν, ενώ παράλληλα προσπαθεί να κάνει καριέρα ως stand up κωμικός. Η ψυχική του ασθένεια όμως, του στερεί τη δυνατότητα να αναπτύξει μία φυσιολογική κοινωνική ζωή, με αποτέλεσμα να κλείνεται ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του, αδυνατώντας να βρει διέξοδο στα διαρκώς οξυνόμενα προβλήματά του.

Ενώ λοιπόν ο Άρθουρ δεν καλείται να αντιμετωπίσει εξαρχής κάποιον συγκεκριμένο αντίπαλο, γίνεται καθημερινά αποδέκτης μιας σειράς αρνητικών βιωμάτων που θα τον εξαναγκάσουν να μετατραπεί σε έναν αδίστακτο δολοφόνο.

Αρκετοί αναλυτές στάθηκαν μονάχα στα προσωπικά χαρακτηριστικά του ήρωα, προκειμένου να ερμηνεύσουν την περιθωριοποίησή του, την κοινωνική του απόρριψη, το επαγγελματικό του αδιέξοδο, και τις βίαιες εξάρσεις του. Ωστόσο, αυτή η ψυχιατρική προσέγγιση δεν αποτελεί παρά μία επιδερμική ανάγνωση της ταινίας που αγνοεί την πιο ουσιαστική της σκηνή, η οποία συνιστά το σημείο-κλειδί στην υπόθεση: είναι εκείνη η στιγμή που η μαύρη κοινωνική λειτουργός του αμερικανικού Δημοσίου, με την οποία ο Άρθουρ έκανε συνεδρίες, του ανακοινώνει ότι κόβονται τα δημόσια προγράμματα ψυχικής υγείας, χάρη στα οποία λάμβανε τα φάρμακά του και μπορούσε να επισκέπτεται γιατρούς.

Ανθρώπους σαν κι εσένα σας έχουν χεσμένους, Άρθουρ, όπως έχουν χεσμένους ανθρώπους σαν κι εμένα. Debra Kane (κοινωνική λειτουργός)

Photo: Warner Bros Montage

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που ο απολιτίκ ήρωας, Άρθουρ Φλεκ, εξεγείρεται ενάντια σε ένα ολόκληρο κοινωνικοπολιτικό σύστημα και παίρνει το νόμο στα χέρια του, κινητοποιώντας όλα τα εξαθλιωμένα στοιχεία της πόλης τα οποία φορούν τη μάσκα του κλόουν για να επιζήσουν.

Είναι το ολοένα συρρικνούμενο κράτος πρόνοιας που παύει να παρέχει υποστήριξη στους ψυχικά ασθενείς, η ξετσιπωσιά των καλοπληρωμένων «αρπακτικών» της Wall Street που επιτίθενται σεξιστικά σε μία μοναχική επιβάτη του μετρό και δεν διστάζουν αργότερα να αντιμετωπίσουν τον Τζόκερ ως «σκουπίδι», ο λυσσαλέος ανταγωνισμός των «συναδέλφων» που εκδηλώνεται με υποκρισία και άκρατο αμοραλισμό, η τρομοκρατία των δελτίων ειδήσεων που περιφρονούν τους απεργούς καθαριότητας και η διπροσωπία των τηλεαστέρων-«δολοφόνων χαρακτήρα» που κερδίζουν το χειροκρότημα των θεατών κατόπιν παραγγελίας.

Είναι ακόμη η τρομακτική αντίθεση πλούτου – φτώχειας με τους πένητες συνταξιούχους από τη μία, να φυτοζωούν δίπλα στους εγκαταλελειμμένους δρόμους της πόλης, ελπίζοντας στην ανάδειξη ενός πολιτικού «μεσσία»-μεγιστάνα, και τον δισεκατομμυριούχο υποψήφιο δήμαρχο της Γκόθαμ, Τόμας Γουέιν, από την άλλη, να κατοικεί φρουρούμενος στο παλάτι του και να απολαμβάνει μαζί με την πολιτική ελίτ παραστάσεις σε μια κατάμεστη αίθουσα συναυλιών.

Ελπίζω ο θάνατός μου να βγάζει πιο πολύ νόμισμα από τη ζωή μου. Joker

Ο Ρήγκαν είναι ο πραγματικός εχθρός του Τζόκερ

Ο σκηνοθέτης δεν τοποθετεί χρονικά τυχαία την ταινία στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Είναι η εποχή της ανόδου του νεοφιλελευθερισμού στις ΗΠΑ, όταν εγκαταλείφθηκαν και οι τελευταίες προσπάθειες συγκρότησης ενός στοιχειώδους κράτους πρόνοιας.

Επί διακυβέρνησης του συντηρητικού και πιο νεοφιλελεύθερου πρόεδρου στην ιστορία των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρήγκαν, τα δημόσια προγράμματα ψυχικής υγείας περικόπηκαν κατά 25%, οδηγώντας στο δρόμο χιλιάδες ανθρώπους που έβρισκαν προστασία σε κρατικές δομές. Την ίδια στιγμή, ο Ρήγκαν δημιουργούσε τη βιομηχανία ιδιωτικών σωφρονιστικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα τη δεκαετία 1985-1995 ο πληθυσμός των κρατουμένων που βρίσκονταν στις φυλακές να αυξηθεί από τους 740.000 στους 1,6 εκατομμύρια κρατουμένους, γεγονός που απέφερε τεράστια κέρδη στο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Με τη σύμπλευση ακόμη των ακραίων στοιχείων των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Ρήγκαν προέβη στη συρρίκνωση των πολιτικών δικαιωμάτων και τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, προκειμένου η κοινότητα των μαύρων να μην ευνοείται πια από αυτές τις πολιτικές. Λίγους μήνες μάλιστα μετά την εκλογή του στην προεδρία, αντιδρώντας στην απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, ο Ρήγκαν απέλυσε 11.400 εργαζομένους με το επιχείρημα ότι «απώλεσαν τις θέσεις εργασίας τους».

Οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές του Ρήγκαν, γνωστές και ως «Reaganomics», μολονότι είχαν σκοπό τη μείωση του κράτους και την παροχή κινήτρων στον ιδιωτικό τομέα, σχεδόν τριπλασίασαν το ομοσπονδιακό δημόσιο χρέος εκτοξεύοντάς το από τα 738 δισ. δολάρια στα 2,1 τρισ. δολάρια.

Photo: BBC

Μία από τις δικαιολογημένες ενστάσεις των κριτικών, είναι πως η ταινία του Τοντ Φίλιπς δεν κατάφερε να διαφοροποιηθεί από τα χολιγουντιανά κλισέ που θέλουν τις εξεγέρσεις να πραγματοποιούνται από τον όχλο και όχι από κινήματα με σαφή πολιτικό, ιδεολογικό και ταξικό προσανατολισμό.

Παρόλ’ αυτά, ακόμη κι αν το τέλος της ταινίας μοιάζει με μία αποθέωση της κυριαρχίας του χάους, ο Φίλιπς κατορθώνει μέσα από τον «Τζόκερ» να φέρει στις κινηματογραφικές οθόνες μία πολιτική και καλλιτεχνική επανάσταση, αντιστρέφοντας τους όρους των ιστοριών του Μπάτμαν.

Αφενός πολιτική, γιατί ο Τζόκερ μαζί με τα λούμπεν στοιχεία του αγανακτισμένου όχλου της πόλης αναγνωρίζουν τον πραγματικό εχθρό και εναντιώνονται σ’ αυτόν, και αφετέρου καλλιτεχνική, διότι χάρη στην εξαιρετική ερμηνεία του Χοακίν Φίνιξ, ο θεατής -ίσως για πρώτη φορά- «αγκαλιάζει», κατανοεί και ταυτίζεται με έναν κατά συρροή δολοφόνο, και όχι με τους «καλούς» της υπόθεσης.

Continue Reading

ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Trending

Copyright © 2020 Non Paper. All rights reserved.